Ένα αριστούργημα της αρχαϊκής κορινθιακής γλυπτικής που ταξιδεύει την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά στον κόσμο
Ανάμεσα στα πλέον εξαίρετα δημιουργήματα της αρχαϊκής ελληνικής πλαστικής δεσπόζει το περίφημο «Καθιστό Λιοντάρι» του Λουτρακίου, ένα έργο που συμπυκνώνει την αισθητική αρτιότητα, τη θρησκευτική συμβολική και την υψηλή τεχνική της κορινθιακής γλυπτικής κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. Πρόκειται για ένα από τα σπανιότερα σωζόμενα μνημειακά γλυπτά της περιόδου, το οποίο αποτελεί αναμφίβολα έναν από τους σημαντικότερους πρεσβευτές της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κορινθίας στη διεθνή μουσειακή κοινότητα.
Οι μελετητές χρονολογούν τη δημιουργία του μεταξύ 570 και 550 π.Χ., σε μια εποχή κατά την οποία η Κόρινθος συγκαταλεγόταν στα σπουδαιότερα καλλιτεχνικά και οικονομικά κέντρα του ελληνικού κόσμου. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την αναζήτηση νέων μορφολογικών εκφράσεων, όπου η αυστηρή γεωμετρική διάταξη συνυπάρχει με τη σταδιακή απόδοση φυσιοκρατικών στοιχείων, σηματοδοτώντας την ώριμη φάση της αρχαϊκής τέχνης.
Σήμερα το μοναδικό αυτό γλυπτό δεν κοσμεί τον τόπο όπου δημιουργήθηκε. Ανήκει στη μόνιμη συλλογή του Μουσείου Καλών Τεχνών της Βοστώνης, όπου εκτίθεται με αριθμό ευρετηρίου 97.289, αποτελώντας ένα από τα σημαντικότερα έργα της συλλογής αρχαίας ελληνικής τέχνης του μουσείου και προσελκύοντας το ενδιαφέρον ιστορικών τέχνης, αρχαιολόγων και χιλιάδων επισκεπτών από κάθε γωνιά του κόσμου.
Η ιστορία της ανακάλυψης και της απομάκρυνσής του από την ελληνική γη αντικατοπτρίζει μια εποχή κατά την οποία η προστασία των αρχαιοτήτων παρέμενε ανεπαρκής. Το γλυπτό εντοπίστηκε το 1890, πιθανότατα στην περιοχή της Περαχώρας, και πολύ σύντομα περιήλθε στην κατοχή του Αμερικανού συλλέκτη Edward Perry Warren, μιας εξέχουσας προσωπικότητας της αγοράς αρχαιοτήτων του τέλους του 19ου αιώνα. Ο Warren, αναγνωρίζοντας αμέσως την εξαιρετική ιστορική και καλλιτεχνική του αξία, το απέκτησε και το εξήγαγε από την Ελλάδα. Το 1897, το Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης αγόρασε επισήμως το έργο από τον συλλέκτη έναντι του εντυπωσιακού, για την εποχή, ποσού των 25.000 δολαρίων, ποσό που καταδεικνύει το κύρος που ήδη αποδιδόταν στο μνημείο.
Παρά την επικρατούσα λαϊκή ονομασία «Ξαπλωτό Λιοντάρι», οι αρχαιολόγοι προτιμούν τον όρο «Καθιστό Λιοντάρι», καθώς η στάση του ζώου αποδίδεται με απόλυτη σαφήνεια: τα οπίσθια άκρα είναι λυγισμένα σε καθιστή θέση, ενώ τα πρόσθια εκτείνονται κατακόρυφα, προσδίδοντας στο σύνολο μια επιβλητική αίσθηση ακλόνητης ισορροπίας και εσωτερικής δύναμης. Το κεφάλι στρέφεται ελαφρώς προς τα αριστερά και χαμηλώνει διακριτικά, ενώ το ανοιχτό στόμα αποδίδει έναν βρυχηθμό γεμάτο ένταση και θεατρικότητα.
Το έργο, ύψους περίπου ενός μέτρου, είναι λαξευμένο σε λεπτόκοκκο κιτρινωπό ασβεστόλιθο με αξιοθαύμαστη δεξιοτεχνία. Η χαίτη σχηματίζεται από συμμετρικές φλογόσχημες τούφες, χαρακτηριστικό γνώρισμα της αρχαϊκής πλαστικής, όπου η αυστηρή γεωμετρική οργάνωση υπερισχύει της απόλυτης φυσιοκρατίας. Ωστόσο, ακόμη και μέσα σε αυτή τη συμβατικότητα, ο γλύπτης κατορθώνει να αποδώσει μια αίσθηση ζωτικότητας και εσωτερικής έντασης που προαναγγέλλει τις εξελίξεις της κλασικής γλυπτικής.
Η μορφολογία του λιονταριού αποκαλύπτει επίσης τις καλλιτεχνικές ανταλλαγές του αρχαίου ελληνικού κόσμου με τις μεγάλες ανατολικές αυτοκρατορίες. Οι σχηματοποιημένες αποδόσεις της χαίτης, η αυστηρή μετωπικότητα και η μνημειακή παρουσία παραπέμπουν σε αιγυπτιακά και νεοασσυριακά πρότυπα, τα οποία οι Κορίνθιοι καλλιτέχνες αφομοίωσαν δημιουργικά, μεταπλάθοντάς τα σε ένα αυθεντικά ελληνικό αισθητικό ιδίωμα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αποκάλυψη της αρχικής πολυχρωμίας του γλυπτού. Σύγχρονες επιστημονικές αναλύσεις απέδειξαν ότι η επιφάνειά του δεν προοριζόταν να παραμείνει γυμνή. Πάνω στον ασβεστόλιθο είχε εφαρμοστεί λεπτό στρώμα λευκού επιχρίσματος, το οποίο λειτουργούσε ως υπόβαθρο για έντονες χρωστικές. Τα μάτια και το εσωτερικό του στόματος ήταν βαμμένα με βαθύ ερυθρό χρώμα, ενισχύοντας την εκφραστικότητα του βρυχηθμού, ενώ η χαίτη κοσμούνταν από εναλλασσόμενες ταινίες έντονου μπλε και κόκκινου. Σήμερα, το Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης αξιοποιεί ψηφιακές τεχνολογίες φωτεινής προβολής για να ανασυνθέσει εικονικά την αυθεντική πολύχρωμη μορφή του, καταρρίπτοντας τη διαδεδομένη αλλά εσφαλμένη αντίληψη ότι η αρχαία ελληνική γλυπτική ήταν αποκλειστικά λευκή.
Η ακριβής αρχική θέση του μνημείου παραμένει αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης. Η επικρατέστερη υπόθεση το συνδέει με το περίφημο Ηραίο της Περαχώρας, ένα από τα σημαντικότερα ιερά της θεάς Ήρας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, το οποίο γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά την αρχαϊκή εποχή. Αν και δεν διαθέτουμε αδιάσειστα αρχαιολογικά τεκμήρια που να επιβεβαιώνουν οριστικά αυτή την προέλευση, η γεωγραφική εγγύτητα και τα δεδομένα της ανακάλυψης καθιστούν το σενάριο ιδιαίτερα πιθανό. (Visit Greece)
Στην αρχαία ελληνική σκέψη, το λιοντάρι υπερέβαινε την απλή αναπαράσταση ενός ισχυρού ζώου· αποτελούσε διαχρονικό σύμβολο εξουσίας, ανδρείας και υπερφυσικής προστασίας. Ανάλογα γλυπτά τοποθετούνταν είτε ως επιτύμβια μνημεία πάνω από εξέχουσες ταφές, προβάλλοντας το κύρος και την κοινωνική θέση της οικογένειας, είτε ως αποτροπαϊκοί φύλακες εισόδων ιερών και δημόσιων χώρων, με σκοπό να απομακρύνουν κάθε δύναμη που θα μπορούσε να διαταράξει την ιερότητα του τόπου.
Περισσότερο από δυόμισι χιλιετίες μετά τη δημιουργία του, το «Καθιστό Λιοντάρι» εξακολουθεί να συναρπάζει με την επιβλητική του παρουσία. Αποτελεί όχι μόνο ένα κορυφαίο δείγμα της αρχαϊκής κορινθιακής γλυπτικής, αλλά και μια ζωντανή μαρτυρία της αισθητικής ευαισθησίας, της τεχνικής αρτιότητας και της πνευματικής ακμής που χαρακτήρισαν τον ελληνικό πολιτισμό στις απαρχές της κλασικής εποχής. Για την Κορινθία και το Λουτράκι συνιστά ένα ανεκτίμητο πολιτιστικό σύμβολο, του οποίου η καλλιτεχνική ακτινοβολία εξακολουθεί να υπερβαίνει σύνορα και αιώνες.
Την Τρίτη κατατίθεται επίσημα η ελληνική πρόταση για την ένταξη στο ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό εργαλείο SAFE (Strategic Technologies for Europe Platform) , με στόχο τη χορήγηση χαμηλότοκων δανείων ύψους 1,2 δισ. ευρώ. Τ ην ανακοίνωση έκανε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, στο πλαίσιο των κυβερνητικών σχεδίων για ενίσχυση των αμυντικών επενδύσεων της χώρας. Το SAFE αποτελεί μια νέα ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την ενίσχυση στρατηγικών τομέων όπως η άμυνα, η πράσινη ανάπτυξη, η ψηφιακή μετάβαση και οι καινοτόμες τεχνολογίες. Μέσω του προγράμματος, τα κράτη-μέλη μπορούν να λάβουν χρηματοδότηση για κρίσιμα επενδυτικά έργα που ενισχύουν την τεχνολογική και βιομηχανική κυριαρχία της Ε.Ε. Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα κεφάλαια που θα αντληθούν αναμένεται να αξιοποιηθούν για την υλοποίηση του νέου «Μακροπρόθεσμου Προγράμματος Αμυντικών Εξοπλισμών» (ΜΠΑΕ) , το οποίο αναπροσαρμόζεται και ανεβαίνει στα 30 δισ. ευρώ για την περίοδο 2025–2036 . Η αύξηση αυτή αντικατοπτρίζει τις αυξημένες ανάγκες ...

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου